ατομικώς

επίρρημα

Με τρόπο που γίνεται ξεχωριστά για κάθε άτομο ή περίπτωση, χωρίς συλλογική ή ομαδική αντιμετώπιση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε αίτηση εξετάζεται ατομικώς από την επιτροπή.
  • Ο γιατρός αξιολόγησε τους ασθενείς ατομικώς πριν δώσει οδηγίες.
  • Η απόφαση λήφθηκε ατομικώς και όχι ομαδικά.
  • Οι φοιτητές θα παρουσιαστούν ατομικώς για την προφορική εξέταση.
  • Το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ατομικώς, ανάλογα με την περίπτωση.