ατημέλητος
επίθετο1. Που έχει αφεθεί χωρίς την αναγκαία φροντίδα ή επιμέλεια και εμφανίζει ακαταστασία, παραμέληση ή εγκατάλειψη.
2. Που δεν τηρείται ή δεν εφαρμόζεται με προσοχή, με αποτέλεσμα παράβλεψη καθηκόντων, λεπτομερειών ή όρων.
Συνώνυμα
παραμελημένος αμελημένος αφρόντιστος απερίποίητος ασυντήρητος παρατημένος εγκαταλελειμμένος ακατάστατος απλύτος κακοσυντηρημένος παραπεταμένος αμελής άκομψος βρώμικος πρόχειρος σκορπισμένος τσαπατσούλικος ξεχασμένος
Αντώνυμα
φροντισμένος περιποιημένος προσεγμένος τακτοποιημένος συντηρημένος καλοδιατηρημένος ευπρεπής καλοσυντηρημένος φτιαγμένος κομψός καθαρός πεντακάθαρος καλοντυμένος μαζεμένος χτενισμένος τακτικός άψογος αξιοπρεπής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κήπος ήταν ατημέλητος όλο το καλοκαίρι.
- Το παλιό εργοστάσιο παρέμεινε ατημέλητο μετά το λουκέτο.
- Η ατημέλητη εμφάνιση του μάρτυρα ενόχλησε το δικαστήριο.
- Οι υπεύθυνοι του έργου ήταν ατημέλητοι και προκλήθηκαν καθυστερήσεις.
- Οι σχολικές αίθουσες ήταν ατημέλητες και χρειάζονταν καθαρισμό.
- Η ατημέλητη έκδοση του βιβλίου περιείχε πολλά τυπογραφικά λάθη.