αρχικός

επίθετο

1. Που αφορά ή χαρακτηρίζει την πρώτη φάση, κατάσταση ή μορφή από την οποία εκκινεί ή προέρχεται κάτι.

2. Που προηγείται χρονικά ή λειτουργεί ως θεμέλιο για τις επόμενες φάσεις, θέτοντας τα βασικά στοιχεία ή προϋποθέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αρχικός σχεδιασμός του κτηρίου τροποποιήθηκε.
  • Η αρχική εκτίμηση του κόστους αποδείχθηκε λανθασμένη.
  • Κράτησε το αρχικό αρχείο πριν επεξεργαστείς τις εικόνες.
  • Οι αρχικές οδηγίες του διδάσκοντα δεν ανέφεραν αυτό το βήμα.
  • Τα αρχικά στάδια του πειράματος απαιτούν προσοχή.
  • Η αρχική ιδέα για το έργο προέκυψε πριν από χρόνια.