αρχαϊκός

επίθετο

1. Που ανήκει ή σχετίζεται με την αρχαιότητα ή με ιστορικές περιόδους προγενέστερες της σύγχρονης εποχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μουσείο φιλοξενεί αγάλματα από την αρχαϊκή περίοδο.
  • Ο τρόπος γραφής της επιστολής ήταν πολύ αρχαϊκός.
  • Το κείμενο περιέχει πολλές αρχαϊκές λέξεις που δυσκολεύουν τον σύγχρονο αναγνώστη.
  • Η πρόσοψη του ναού έχει αρχαϊκά διακοσμητικά στοιχεία.
  • Κάποιες αρχαϊκές τελετουργίες διατηρούνται ακόμα σε απομακρυσμένα χωριά.