απόρρητος

επίθετο

Που δεν πρέπει να γνωστοποιείται ή να γίνεται γνωστό σε όλους, γιατί αφορά εμπιστευτικές ή προστατευμένες πληροφορίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έγγραφο είναι απόρρητος και δεν επιτρέπεται να κοινοποιηθεί.
  • Οι πληροφορίες που πήρε είναι απόρρητος, γι’ αυτό δεν μίλησε σε κανέναν.
  • Η υπηρεσία εξετάζει απόρρητος φακέλους σχετικούς με την υπόθεση.
  • Το σχέδιο παραμένει απόρρητος μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα.
  • Η πρόσβαση στο αρχείο δίνεται μόνο σε πρόσωπα με απόρρητος άδεια.
  • Οι συνομιλίες θεωρούνται απόρρητος και πρέπει να τηρηθεί εχεμύθεια.