αποφασίζω
ρήμα1. Καθορίζω μια συγκεκριμένη πορεία δράσης ή λύση για ένα ζήτημα μετά από σκέψη, αξιολόγηση πληροφοριών και σύγκριση εναλλακτικών.
Συνώνυμα
κατασταλάζω αποφαίνομαι επιλέγω διαλέγω καταλήγω ορίζω καθορίζω κρίνω ψηφίζω βουλεύω οριστικοποιώ προκρίνω προτιμώ συμπεραίνω κλειδώνω διαμορφώνω εκλέγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα αποφασίζω να πάω μια βόλτα στο βουνό.
- Στη σύσκεψη, αποφασίζω εγώ το πλάνο δράσης.
- Όταν έχω πολλές επιλογές, αποφασίζω δύσκολα.
- Ως διευθύντρια, αποφασίζω για τις προσλήψεις και τον προϋπολογισμό.
- Πριν υπογράψω τη σύμβαση, πάντα αποφασίζω μετά από προσεκτική σκέψη.