αποσφράγιση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή ενέργεια της αφαίρεσης ή καταστροφής σφραγίσματος από αντικείμενο, περιέκτη ή φάκελο, ώστε να καταστεί προσβάσιμο το περιεχόμενό του.
Συνώνυμα
ξεσφράγισμα αποσφράγισμα άνοιγμα αποσυσκευασία διάνοιξη σπάσιμο ξεκλείδωμα παραβίαση ξεπάκωμα λύσιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσφράγιση των προσφορών θα γίνει αύριο το πρωί.
- Η αποσφράγιση του διαμερίσματος πραγματοποιήθηκε παρουσία αστυνομίας.
- Οι κάμερες κατέγραψαν την αποσφράγιση των ψηφοδελτίων στο εκλογικό κέντρο.
- Περιμένω την αποσφράγιση του πακέτου για να δω το περιεχόμενο.
- Η ανακοίνωση προκάλεσε την αποσφράγιση πληροφοριών που είχαν παραμείνει κρυφές.