αποθεματικό
ουσιαστικό1. Χρηματικό ποσό ή κεφάλαιο που διακρατείται από επιχείρηση, οργανισμό ή κράτος για την κάλυψη απρόβλεπτων εξόδων, ζημιών ή μελλοντικών υποχρεώσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αποθεματικό πετρελαίου της χώρας επαρκεί για έξι μήνες.
- Η τράπεζα αύξησε το αποθεματικό που τηρεί για έκτακτες ανάγκες.
- Στον ισολογισμό καταχωρήθηκε αποθεματικό για απρόβλεπτες ζημίες.
- Το νοσοκομείο διατήρησε αποθεματικό φαρμάκων σε περίπτωση πανδημίας.
- Η εταιρεία δημιούργησε αποθεματικό κεφάλαιο για μελλοντικές επενδύσεις.