αποδεικτικό
ουσιαστικόΈγγραφο, στοιχείο ή ένδειξη που χρησιμεύει ως απόδειξη ή τεκμήριο για κάποιο γεγονός, πράξη ή συναλλαγή, επιβεβαιώνοντας ή τεκμηριώνοντας την πραγματικότητα ή την εγκυρότητα μιας δήλωσης.
Συνώνυμα
απόδειξη δικαιολογητικό παραστατικό πιστοποιητικό αποδεικτήριο τεκμήριο στοιχείο βεβαίωση ενδεικτικό επιβεβαιωτικό μαρτυρία τεκμηρίωση τίτλος πιστοποίηση χαρτί κουπόνι ταυτότητα ντοκουμέντο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι το αποδεικτικό πληρωμής για να ολοκληρωθεί η εγγραφή.
- Παρουσίασε στο ταμείο το αποδεικτικό ταυτότητας.
- Το ηλεκτρονικό μήνυμα αποτελεί αποδεικτικό της συμφωνίας.
- Ο δικηγόρος κατέθεσε ένα αποδεικτικό στοιχείο στο δικαστήριο.
- Για την αίτηση απαιτείται το αποδεικτικό κατοικίας.