αποδεικτικό

ουσιαστικό

Έγγραφο, στοιχείο ή ένδειξη που χρησιμεύει ως απόδειξη ή τεκμήριο για κάποιο γεγονός, πράξη ή συναλλαγή, επιβεβαιώνοντας ή τεκμηριώνοντας την πραγματικότητα ή την εγκυρότητα μιας δήλωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αβάσιμο ατεκμηρίωτο άκυρο ψευδές ψεύτικο αναληθές διαψευστικό καταρριπτικό αμφίβολο ανεπαρκές διάψευση

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζομαι το αποδεικτικό πληρωμής για να ολοκληρωθεί η εγγραφή.
  • Παρουσίασε στο ταμείο το αποδεικτικό ταυτότητας.
  • Το ηλεκτρονικό μήνυμα αποτελεί αποδεικτικό της συμφωνίας.
  • Ο δικηγόρος κατέθεσε ένα αποδεικτικό στοιχείο στο δικαστήριο.
  • Για την αίτηση απαιτείται το αποδεικτικό κατοικίας.