ανύπαντρη

επίθετο

Που δεν έχει παντρευτεί ή δεν βρίσκεται σε έγγαμη κατάσταση.

Συνώνυμα

άγαμη ελεύθερη αδέσμευτη σίνγκλ εργένισσα παρθένος μόνη μοναχική παρθένα

Αντώνυμα

παντρεμένη έγγαμη σύζυγος αρραβωνιαστικιά δεσμευμένη αρραβωνιασμένη νύφη νύμφη

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανύπαντρη Μαρία ξεκίνησε τη δική της επιχείρηση.
  • Στην ταυτότητά της αναγράφεται ανύπαντρη.
  • Ως ανύπαντρη μητέρα ζήτησε στήριξη από την κοινότητα.
  • Παραμένει ανύπαντρη παρά τα 40 χρόνια της.
  • Οι γείτονες τη θεωρούσαν ανύπαντρη, αν και συζούσε με σύντροφο.