αντικαθιστώ
ρήμα1. Βάζω ένα αντικείμενο ή στοιχείο στη θέση κάποιου άλλου, ώστε το πρώτο να αναλάβει τις λειτουργίες ή τον ρόλο του δεύτερου.
2. Αναλαμβάνω προσωρινά ή μόνιμα τα καθήκοντα, τη θέση ή τις αρμοδιότητες κάποιου άλλου προσώπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα αντικαθιστώ τον συνάδελφό μου στη βάρδια.
- Κάθε μήνα αντικαθιστώ το φίλτρο του νερού στο ψυγείο.
- Σταδιακά αντικαθιστώ τα πλαστικά προϊόντα με επαναχρησιμοποιούμενα.
- Στο λογισμικό αντικαθιστώ την παλιά συνάρτηση με μία πιο αποδοτική.
- Όταν είμαι κουρασμένος, αντικαθιστώ τις έντονες δραστηριότητες με ξεκούραση.