αντίστροφα
επίρρημα1. Σε σειρά ή κατεύθυνση αντίστροφη σε σχέση με την αρχική ή την αναμενόμενη.
2. Με τρόπο που αντιστρέφει τη σειρά, τους ρόλους ή την ακολουθία των γεγονότων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε το πουλόβερ αντίστροφα και θα σου ταιριάξει καλύτερα.
- Βάλε τα βιβλία στο ράφι αντίστροφα, από τα πιο καινούρια προς τα πιο παλιά.
- Οι δείκτες του ρολογιού κινούνται αντίστροφα πάνω στο καντράν.
- Ισχύει και αντίστροφα: αν τον βοηθήσεις, πιθανόν και αυτός να σε βοηθήσει.
- Αν ενεργείς χωρίς σχέδιο, συχνά τα αποτελέσματα έρχονται αντίστροφα από ό,τι περίμενες.