ανεπίκαιρος
επίθετο1. Που δεν σχετίζεται με τις τρέχουσες εξελίξεις ή τα σύγχρονα ζητήματα και, ως εκ τούτου, δεν θεωρείται σχετικό με το παρόν.
Συνώνυμα
παρωχημένος απαρχαιωμένος ξεπερασμένος παλιομοδίτικος άκαιρος αναχρονιστικός άστοχος ακατάλληλος ντεμοντέ ασύγχρονος παλιός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νόμος αυτός είναι ανεπίκαιρος και χρειάζεται αναθεώρηση.
- Η κριτική του ήταν ανεπίκαιρη για την περίσταση και προκάλεσε αντιδράσεις.
- Το άρθρο περιέχει πληροφορίες που πλέον είναι ανεπίκαιρες.
- Η ανακοίνωση έγινε ανεπίκαιρη μετά τις νέες εξελίξεις.
- Ο σχολιαστής έκανε έναν ανεπίκαιρο παραλληλισμό που δεν βοήθησε τη συζήτηση.