ανασηκώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να βρεθεί σε ψηλότερη θέση σε σχέση με την προηγούμενη θέση του, έστω και ελαφρά.
2. Προκαλώ ελαφρά άνοδο τμήματος του σώματος (συνήθως οι ώμοι ή το κεφάλι) ως εκφραστική κίνηση που δηλώνει άγνοια, αδιαφορία ή αβεβαιότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με δυσκολία ανασηκώνω το βαρύ κουτί από το πάτωμα.
- Προσεκτικά ανασηκώνω το καπάκι της κατσαρόλας για να μυρίσω το φαγητό.
- Όταν ακούω κάτι απίστευτο, ανασηκώνω το φρύδι.
- Μπροστά στην ερώτηση, ανασηκώνω τους ώμους και δεν απαντώ.
- Όταν χτυπάει το τηλέφωνο στο γραφείο, ανασηκώνω το ακουστικό αμέσως.