αναπάντεχα
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί έκπληξη επειδή η εξέλιξη, το γεγονός ή η κατάσταση δεν είχε προβλεφθεί.
2. Με τρόπο που συμβαίνει χωρίς προηγούμενη ένδειξη ή προειδοποίηση, χωρίς να έχει προετοιμαστεί ή προβλεφθεί.
Συνώνυμα
ξαφνικά άξαφνα απρόοπτα απροσδόκητα αιφνιδίως αιφνιδιαστικά απρόσμενα αιφνίδια απροειδοποίητα απρόβλεπτα εκπληκτικά απότομα ασυνήθιστα αυθόρμητα περίεργα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επίσκεψη του φίλου ήρθε αναπάντεχα και χάρηκα πολύ.
- Ακύρωσαν αναπάντεχα την πτήση και δεν υπήρχε εναλλακτική.
- Το αποτέλεσμα της εξέτασης ήταν αναπάντεχα θετικό.
- Μας έπιασε αναπάντεχα η βροχή και χρειάστηκε να φύγουμε.
- Η απάντησή του ήρθε αναπάντεχα σύντομα.