αναθεματισμένος
επίθετο1. Που έχει υποβληθεί σε ανάθεμα ή κατάρα, δηλωμένος καταδικασμένος ή αποκληρωμένος από θρησκευτική ή κοινωνική αρχή.
2. Που προκαλεί έντονη απέχθεια, κατακραυγή ή αρνητική κρίση, θεωρούμενος ως δυσμενής ή κατακριτέος.
Συνώνυμα
καταραμένος καταραγμένος καταρασμένος καταδικασμένος αφορισμένος κατάπτυστος μισητός γαμημένος λοιδορημένος καημένος κακότυχος γρουσούζικος βδελυρός απαίσιος δυστυχής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναθεματισμένος προδότης δεν έχει θέση ανάμεσά μας.
- Ο αναθεματισμένος υπολογιστής κολλάει κάθε φορά που τον χρειάζομαι.
- Αυτός ο αναθεματισμένος νόμος έκανε τη ζωή πολλών πιο δύσκολη.
- Έζησε σαν αναθεματισμένος μετά την απώλεια, χωμένος στη θλίψη.
- Ο αναθεματισμένος οδηγός άφησε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου.