ανάφλεξη
ουσιαστικό1. Έναρξη ή διαδικασία κατά την οποία ένα υλικό αρχίζει να καίγεται, με παραγωγή φλόγας και θερμότητας.
2. Ξαφνική και έντονη εκδήλωση συναισθήματος ή έντασης σε άτομο ή ομάδα, που προκαλεί αιφνίδια αλλαγή στη συμπεριφορά ή στην κατάσταση.
Συνώνυμα
φλεγμονή έναυση αναζωπύρωση πυροδότηση έκρηξη φούντωμα μπουρλότο φλόγωση έναυσμα κάψιμο σπινθήρας σπινθήρισμα φλόγα θυμός ενεργοποίηση εκκίνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάφλεξη του κινητήρα έγινε ξαφνικά κατά τη διάρκεια της δοκιμής.
- Η ανάφλεξη του ξύλου στο τζάκι προκάλεσε έντονη θερμότητα και φως.
- Η ανάφλεξη του μείγματος στο εργαστήριο οδήγησε σε μικρή έκρηξη χωρίς τραυματισμούς.
- Η ανάφλεξη των διαδηλώσεων προκάλεσε σοβαρές αναταραχές στην πόλη.
- Η ανάφλεξη της αρθρίτιδας του ασθενούς επιδεινώθηκε με την κρύα καιρό.