ανάκριση
ουσιαστικό1. Διεξαγωγή ερωτήσεων προς πρόσωπο με σκοπό τη λήψη πληροφοριών, εξηγήσεων ή ομολογιών, συχνά από αρχές ή αρμόδιους φορείς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ύποπτος υποβλήθηκε σε ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα.
- Η ανάκριση διήρκησε σχεδόν οκτώ ώρες και έγινε υπό όρκο.
- Η κοινοβουλευτική ανάκριση αποκάλυψε παρατυπίες στη διαχείριση των κονδυλίων.
- Ξεκίνησε πειθαρχική ανάκριση εναντίον του καθηγητή μετά τις καταγγελίες.
- Η ανάκριση των μαρτύρων ήταν καθοριστική για την έκβαση της δίκης.