αμνησία
ουσιαστικό1. Μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας να σχηματίζεται, να διατηρείται ή να ανακαλείται η μνήμη, προσωρινή ή μόνιμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αμνησία του ασθενούς ήταν αποτέλεσμα σοβαρού τραυματισμού στο κεφάλι.
- Μετά το ατύχημα υπέφερε από προσωρινή αμνησία και δεν θυμόταν τα τελευταία λεπτά πριν τη σύγκρουση.
- Ο γιατρός προειδοποίησε ότι ορισμένα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν αμνησία.
- Παρατήρησε μια συλλογική αμνησία όσον αφορά τα λάθη του παρελθόντος.
- Στη ρομαντική ταινία, η ηρωίδα ξυπνά με αμνησία και προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της.