αλεπού
ουσιαστικόΜικρό έως μεσαίου μεγέθους σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των κυνιδών, με λεπτό και μυτερό ρύγχος, όρθια αυτιά και πυκνή, φουντωτή ουρά· προσαρμοστικό, ευκίνητο και ευφυές, απαντά σε διάφορα οικοσυστήματα και τρέφεται κυρίως με μικρά θηλαστικά, πτηνά, έντομα και φυτικά μέρη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλεπού έτρεξε γρήγορα μέσα στο δάσος για να κρυφτεί.
- Στο παραμύθι, η αλεπού ξεγέλασε τον λαγό για να του πάρει το φαγητό.
- Τον αποκαλούσαν αλεπού γιατί ήταν πολύ πονηρός στις επιχειρήσεις.
- Η αλεπού του αγροκτήματος προξένησε ζημιές στα κοτέτσια τη νύχτα.
- Ο πολιτικός φάνηκε αλεπού στη συζήτηση, αποφεύγοντας σαφείς απαντήσεις.