ακριβός
επίθετο1. Που έχει υψηλή τιμή ή απαιτεί μεγάλη οικονομική δαπάνη σε σχέση με το συνηθισμένο ή με τα αναμενόμενα.
2. Που χαρακτηρίζεται από ακρίβεια, πιστότητα ή λεπτομερή προσέγγιση στην περιγραφή, μέτρηση ή εκτέλεση.
Συνώνυμα
ακριβής επακριβής ακριβέστατος ακριβότατος πανάκριβος δαπανηρός πολύτιμος πολυδάπανος κοστοβόρος αλμυρός τσιμπημένος τσουχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο που αγόρασε είναι ακριβό.
- Η καινούρια τσάντα είναι πολύ ακριβή.
- Ο λογαριασμός στο εστιατόριο ήταν ακριβός.
- Η ώρα της συνάντησης είναι ακριβή — μη αργήσεις.
- Ο ακριβός μου παππούς πάντα είχε ιστορίες να πει.
- Οι ακριβοί μας φίλοι ήρθαν από το εξωτερικό.