ακούσια
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν προκύπτει από πρόθεση ή θέληση του ενεργούντος, χωρίς συνειδητή επιλογή.
2. Εξαιτίας τυχαίων παραγόντων ή εξωτερικών αιτίων, χωρίς σκοπό ή σκοπιμότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια ακούσια κίνηση όταν άκουσε τον δυνατό θόρυβο.
- Τα αρχεία διαγράφηκαν ακούσια κατά την ενημέρωση του λογισμικού.
- Η απουσία του ήταν ακούσια λόγω ενός ξαφνικού προβλήματος υγείας.
- Το λάθος συνέβη ακούσια και διορθώθηκε άμεσα.
- Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε ακούσια αιχμαλωσία όταν η πλημμύρα τους απέκλεισε από τους δρόμους.