εθελοντικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που εκδηλώνεται από ελεύθερη βούληση, χωρίς εξωτερική πίεση ή επιβολή.

2. Ως πράξη συμμετοχής ή προσφοράς υπηρεσίας χωρίς νομική ή συμβατική υποχρέωση και, συνήθως, χωρίς οικονομική αμοιβή.

Συνώνυμα

οικειοθελώς εκουσίως αυτοβούλως ιδιοβούλως προαιρετικά ευχαρίστως αυθόρμητα σκόπιμα

Αντώνυμα

ακούσια αναγκαστικά υποχρεωτικά βιαίως αβούλως εκβιαστικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Δηλώσαμε εθελοντικά συμμετοχή στον καθαρισμό της παραλίας.
  • Οι γιατροί πήγαν εθελοντικά στη ζώνη καταστροφής για να παρέχουν πρώτες βοήθειες.
  • Έδωσε αίμα εθελοντικά στο τοπικό νοσοκομείο.
  • Εργαζόταν εθελοντικά στο καταφύγιο ζώων κάθε Σάββατο.
  • Αποφάσισε εθελοντικά να αναλάβει την οργάνωση των εκδηλώσεων.