αιωρούμαι
ρήμα1. Διατηρούμαι ή κινούμαι στον αέρα ή πάνω από μια επιφάνεια χωρίς άμεση στήριξη, με σταθερή ή ελαφρά κίνηση.
2. Κινούμαι ή βρίσκομαι πλωτά πάνω ή μέσα σε ρευστό μέσο, διατηρούμενος σε αιώρημα (π.χ. σωματίδια σε υγρό ή αέρα).
Συνώνυμα
επιπλέω ταλαντεύομαι πλανιέμαι πλανάμαι κρέμομαι πλέω αμφιταλαντεύομαι πετώ κινούμαι στροβιλίζομαι κλυδωνίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο δωμάτιο, αιωρούμαι λίγα εκατοστά πάνω από το πάτωμα.
- Απέναντι στις δύο επιλογές, αιωρούμαι και δεν μπορώ να αποφασίσω.
- Μετά την ανακοίνωση, αιωρούμαι σε αναμονή μέχρι να βγει η τελική απόφαση.
- Κάθε νύχτα στα όνειρά μου αιωρούμαι πάνω από τη θάλασσα.
- Στον διαστημικό σταθμό, για μήνες αιωρούμαι χωρίς αίσθηση βαρύτητας.