αιτιότητα

ουσιαστικό

1. Σχέση αιτίου και αποτελέσματος, όπου ένα γεγονός ή παράγοντας προκαλεί ή συμβάλλει στην εμφάνιση ενός άλλου.

2. Ιδιότητα ή αρχή σύμφωνα με την οποία γεγονότα ή καταστάσεις εξηγούνται ως αποτέλεσμα προηγούμενων αιτιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αιτιότητα είναι κεντρική έννοια στη φιλοσοφία της επιστήμης.
  • Οι ερευνητές μελετούν την αιτιότητα μεταξύ του καπνίσματος και του καρκίνου του πνεύμονα.
  • Στο δικαστήριο πρέπει να αποδειχθεί η αιτιότητα της πράξης για την επιβολή ποινής.
  • Η νεκροψία επιβεβαίωσε την αιτιότητα του τραύματος στον θάνατο.
  • Στα στατιστικά, η αιτιότητα δεν προκύπτει πάντα από μια απλή συσχέτιση.