αδιάφορα

επίρρημα

Με τρόπο που δεν εκδηλώνει ενδιαφέρον, συμμετοχή ή προσοχή για κάτι.

Συνώνυμα

απαθώς μπλαζέ αμέτοχα ψυχρά ουδέτερα άσχετα βαρετά απαξιωτικά περιφρονητικά αφηρημένα μουδιασμένα άτονα στεγνά άνευρα αμελώς απρόσεκτα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αντέδρασε αδιάφορα όταν του ανακοίνωσαν τα νέα.
  • Κοίταξε αδιάφορα το δώρο και το άφησε στην άκρη.
  • Πολλοί περαστικοί περνούσαν αδιάφορα, χωρίς να προσέξουν το ατύχημα.
  • Τα αδιάφορα σχόλια στο φόρουμ πέρασαν απαρατήρητα.
  • Τα αδιάφορα μάτια του δεν έκρυβαν την πλήξη.