αδιάλειπτος

επίθετο

1. Που δεν διακόπτεται, συνεχίζει αδιάκοπα στο χρόνο χωρίς παύσεις.

2. Που διατηρείται σταθερά ή συνεχώς σε ένταση, ρυθμό ή παρουσία.

3. Που λειτουργεί ή ενεργεί χωρίς διακοπή, για διαδικασίες, μηχανές, υπηρεσίες ή δραστηριότητες.

Συνώνυμα

αδιάκοπος ακατάπαυστος διαρκής απρόσκοπτος απαράλειπτος αδιάσπαστος συνεχής ασταμάτητος αιώνιος μόνιμος αμείωτος αέναος συνεχόμενος ανθεκτικός συνεπής

Αντώνυμα

διακεκομμένος ασυνεχής διακοπτόμενος περιοδικός παροδικός αποσπασματικός σπαστός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αδιάλειπτη ροή πληροφοριών στο δίκτυο είναι απαραίτητη για την εταιρεία.
  • Το νοσοκομείο χρειάζεται αδιάλειπτη παροχή ρεύματος για τα μηχανήματα ζωτικής υποστήριξης.
  • Ο αδιάλειπτος θόρυβος από τα εργοτάξια ενοχλεί τους κατοίκους.
  • Το εργοστάσιο διασφαλίζει αδιάλειπτη λειτουργία των μηχανών με προληπτική συντήρηση.
  • Η ομάδα έχει αδιάλειπτη παρουσία στο πρωτάθλημα από το 2000.
  • Το κέντρο δεδομένων διαθέτει αδιάλειπτο ρεύμα εφεδρείας σε περίπτωση διακοπής.