αγρίμι
ουσιαστικό1. Ζώο που ζει ελεύθερα στη φύση, χωρίς εξημέρωση από τον άνθρωπο.
2. Άγριο ζώο που θεωρείται θήραμα και κυνηγιέται ή συλλαμβάνεται για τροφή, γούνα ή σπορ.
3. Μεταφορικά, άτομο ή ον με ατίθαση, επιθετική ή ανεξέλεγκτη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγρίμι κρυβόταν στην πυκνή βλάστηση.
- Οι κυνηγοί εντόπισαν ένα αγρίμι κοντά στο ποτάμι.
- Το παιδί γίνεται ένα μικρό αγρίμι όταν παίζει στην άμμο.
- Τον αποκάλεσαν αγρίμι για την αδιάλλακτη συμπεριφορά του.
- Έτρεξε σαν αγρίμι και κέρδισε το πρωτάθλημα.