έξωθεν

επίρρημα

1. Με τρόπο που προέρχεται από το εξωτερικό μέρος ή από έξω.

2. Με τρόπο που οφείλεται σε εξωτερική πηγή ή επιρροή, όχι στο εσωτερικό.

Συνώνυμα

εξωτερικά εξωτερικώς εξωγενώς έξω εκτός ξένος

Αντώνυμα

εσωτερικά εσωτερικώς έσωθεν εντός μέσα ενδογενώς έσω εσωτερικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θόρυβος προερχόταν έξωθεν του σπιτιού.
  • Η βοήθεια προήλθε έξωθεν, από εθελοντικές οργανώσεις.
  • Η εταιρεία δέχτηκε έξωθεν αξιολόγηση των διαδικασιών της.
  • Έγινε έξωθεν παρέμβαση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
  • Το κτίριο φαίνεται εντυπωσιακό έξωθεν, αλλά στο εσωτερικό χρειάζεται επισκευές.