έξοδα
ουσιαστικό1. Ποσά χρημάτων που καταβάλλονται για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών, καθώς και για την κάλυψη αναγκών ή υποχρεώσεων ενός ατόμου, οργανισμού ή επιχείρησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα έξοδα του ταξιδιού καλύφθηκαν από την εταιρεία.
- Πρέπει να μειώσουμε τα έξοδα του νοικοκυριού.
- Δεν μπορώ να πληρώσω τα έξοδα του νοσοκομείου χωρίς ασφάλιση.
- Ο εργοδότης αναγνωρίζει τα έξοδα μετακίνησης των υπαλλήλων.
- Τα έξοδα διαβίωσης αυξάνονται κάθε χρόνο.
- Παρακαλώ στείλτε τις αποδείξεις για τα έξοδα στο λογιστήριο.