ένθερμος
επίθετο1. Που εκδηλώνει έντονο ενθουσιασμό, πάθος ή ζέση για κάτι.
2. Που χαρακτηρίζεται από ζωηρή, θερμή συναισθηματική έκφραση ή προσήλωση.
3. Που εμφανίζει έντονη προθυμία ή σθεναρή υποστήριξη σε ιδέες, πρόσωπα ή σκοπούς.
Συνώνυμα
ενθουσιώδης θερμός ενθουσιασμένος παθιασμένος φλογερός ζεστός φανατικός θερμόαιμος εκστατικός αφοσιωμένος έντονος σφοδρός φρενήρης καυλωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν ένθερμος υποστηρικτής των αλλαγών.
- Η γιαγιά έκανε μια ένθερμη προσευχή πριν κοιμηθεί.
- Το κοινό χειροκρότησε με ένθερμο θαυμασμό.
- Η συζήτηση πήρε ένθερμη τροπή.
- Οι ένθερμοι υποστηρικτές συγκεντρώθηκαν μπροστά στο δημαρχείο.