ένδυση

ουσιαστικό

1. Σύνολο ενδυμάτων και αξεσουάρ που φοριούνται πάνω στο σώμα για προστασία, κάλυψη ή διακόσμηση.

2. Τρόπος ή τύπος ρουχισμού που χαρακτηρίζει συγκεκριμένη περίσταση, επάγγελμα ή λειτουργία (π.χ. εορταστική ή επαγγελματική ένδυση).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ένδυση της νύφης ήταν απλή και κομψή.
  • Η εταιρεία απαιτεί επαγγελματική ένδυση στο γραφείο.
  • Η ένδυση του μωρού γίνεται γρήγορα το πρωί.
  • Το μουσείο παρουσίασε την παραδοσιακή ένδυση της περιοχής.
  • Η νέα συσκευασία έδωσε διαφορετική ένδυση στο προϊόν.