γυμνισμός
ουσιαστικό1. Τρόπος ζωής ή κοινωνικό κίνημα που προωθεί τη συνειδητή απουσία ρούχων σε κατάλληλους δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους ως έκφραση ελευθερίας, επαφής με τη φύση και αυτοαποδοχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γυμνισμός στην παραλία είναι νόμιμος σε μερικές χώρες.
- Ο γυμνισμός προωθεί την αποδοχή του σώματος και την προσωπική ελευθερία.
- Ο γυμνισμός στην τέχνη συχνά χρησιμοποιείται για να εξερευνήσει την ανθρώπινη μορφή.
- Ο γυμνισμός προκάλεσε έντονες συζητήσεις στην τοπική κοινότητα.
- Ιστορικά, ο γυμνισμός εμφανίστηκε ως κοινωνικό κίνημα στις αρχές του 20ού αιώνα.