άμοιρος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας, στέρησης ή έλλειψης αγαθών, μέσων ή ευημερίας.

2. Που δεν έχει την τύχη, την υποστήριξη ή τα μέσα που θα του εξασφάλιζαν ευκολότερη ζωή ή ευνοϊκή έκβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άτυχος νέος έμεινε άμοιρος βοήθειας τη δύσκολη στιγμή.
  • Δεν ήταν άμοιρη ευθυνών η απόφαση που πήρε η διοίκηση.
  • Η οικογένεια έμεινε άμοιρη συμπαράστασης μετά το ατύχημα.
  • Το έργο του δεν ήταν άμοιρο λαθών, αλλά είχε και πολλά σωστά σημεία.
  • Στην πορεία του βρέθηκε άμοιρος συμμάχων και στηρίγματος.
  • Η ανάλυση δεν είναι άμοιρη σημασίας για το τελικό συμπέρασμα.