άγρια

επίθετο

1. Που ζει ή αναπτύσσεται χωρίς να έχει εξημερωθεί ή καλλιεργηθεί.

2. Που παρουσιάζει έντονη, απρόβλεπτη ή ανεξέλεγκτη συμπεριφορά.

3. Που είναι σκληρό, άγριο ή πολύ έντονο ως προς τις συνθήκες ή τις αντιδράσεις του.

Συνώνυμα

βίαιη βίαια αδυσώπητη σκληρή τραχιά ανήμερη ατίθαση σκληρά σφοδρά επιθετικά ζόρικα ακράτητη ξεφρενική μανιώδης απηνής φρενήρης ωμά

Αντώνυμα

ήρεμη ήπια πράα ειρηνικά γλυκά εξευγενισμένη ελεγχόμενη καθημερινή ευγενικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Το άλογο έτρεχε άγρια μέσα στο λιβάδι.
  • Η άγρια φύση του βουνού με εντυπωσίασε.
  • Με κοίταξε άγρια όταν του μίλησα.
  • Η συζήτηση ξέφυγε και έγινε άγρια.
  • Πέρασαν ένα άγρια κρύο βράδυ στα βουνά.