άγαλμα
ουσιαστικόΚαλλιτεχνικό έργο τρισδιάστατης μορφής, κατασκευασμένο από σκληρό ή ανθεκτικό υλικό (π.χ. μάρμαρο, μέταλλο, ξύλο), που απεικονίζει ανθρώπινη ή ζωική μορφή, θεότητα, ιστοτικό γεγονός ή αφηρημένη έννοια και προορίζεται για έκθεση, διακόσμηση ή μνημόνευση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άγαλμα στην κεντρική πλατεία είναι έργο του διάσημου γλύπτη.
- Έμεινε σαν άγαλμα όταν άκουσε την είδηση.
- Οι πιστοί προσκύνησαν το άγαλμα μέσα στο παλιό καθολικό.
- Το άγαλμα στο μουσείο χρονολογείται στον 5ο αιώνα π.Χ.
- Ήθελε να αγοράσει ένα μικρό άγαλμα για το γραφείο του.