τσίχλα
ουσιαστικό1. Ελαστικό, συνήθως ζαχαρούχο ή αρωματισμένο προϊόν που μασιέται για ψυχαγωγία, απόλαυση γεύσης ή αναπνευστική φρεσκάδα, χωρίς να καταπίνεται.
2. Μικρό κομμάτι ή μάζα μασημένης γόμας που έχει κολλήσει σε επιφάνεια και είναι δύσκολο να αφαιρεθεί.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μασούσε τσίχλα για να ηρεμήσει πριν την ομιλία.
- Φούσκωσε μια μεγάλη φούσκα με την τσίχλα και την έσπασε με το δάχτυλο.
- Η τσίχλα κόλλησε στη σόλα του παπουτσιού μου και χρειάστηκε ξύσιμο για να φύγει.
- Μην πετάς την τσίχλα στο πεζοδρόμιο — είναι σκουπίδι.
- Έβγαλε την τσίχλα πριν κοιμηθεί για να μην κολλήσει στα σεντόνια.