ύστερος
επίθετο1. Που ανήκει ή αφορά το τελευταίο μέρος μιας χρονικής ακολουθίας ή περιόδου.
2. Που εμφανίζεται, συμβαίνει ή γίνεται μετά από άλλον χρόνο, γεγονός ή στάδιο.
3. Που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς, διαδρομής ή διάταξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ύστερος Μεσαίωνας χαρακτηρίζεται από μεγάλες κοινωνικές αλλαγές.
- Η τέχνη του ύστερου 19ου αιώνα επηρεάστηκε έντονα από τον ιμπρεσιονισμό.
- Στα ύστερα χρόνια της ζωής του έγινε πιο ήρεμος και σιωπηλός.
- Το ύστερο απόγευμα το φως γίνεται πιο απαλό.
- Στην ύστερη αρχαιότητα άλλαξαν πολλά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.