όροφος

ουσιαστικό

1. Κάθε οριζόντια διαμορφωμένη στάθμη σε κτίριο, προοριζόμενη για κατοικία, εργασία ή άλλες χρήσεις και προσβάσιμη μέσω σκάλας ή ανελκυστήρα.

2. Η επιφάνεια του δαπέδου σε έναν χώρο, το στερεό μέρος πάνω στο οποίο περπατούν ή τοποθετούν αντικείμενα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κατάστημα βρίσκεται στον πρώτο όροφο.
  • Το κτίριο έχει μόνο δύο όροφους.
  • Το διαμέρισμά μας είναι στον τρίτο όροφο.
  • Η πυροσβεστική έλεγξε προσεκτικά κάθε όροφο του κτιρίου.
  • Το ρετιρέ βρίσκεται στον τελευταίο όροφο.