ψώνια
ουσιαστικό1. Σύνολο αντικειμένων που αγοράζονται σε μία ή περισσότερες επισκέψεις σε καταστήματα ή μέσω διαδικτύου για προσωπική ή οικιακή χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να κάνω τα ψώνια για το σπίτι πριν το Σαββατοκύριακο.
- Θα πάμε για ψώνια στο εμπορικό κέντρο το απόγευμα.
- Τα ψώνια ήταν πιο ακριβά απ' ό,τι περίμενα.
- Έβαλε όλα τα ψώνια σε μια σακούλα και τα ανέβασε στην κουζίνα.
- Μην κάνεις μεγάλα ψώνια χωρίς να υπολογίσεις τα έξοδα.