ψύχρα
ουσιαστικόΜικρή πτώση της θερμοκρασίας του αέρα ή αίσθηση δροσερού κρύου που γίνεται αισθητή στο περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βράδυ έπεσε λίγη ψύχρα και φορέσαμε ζακέτα.
- Η ψύχρα του πρωινού μας ξύπνησε ευχάριστα.
- Παρότι είχε ήλιο, κάτω από τα δέντρα υπήρχε ψύχρα.
- Στο δωμάτιο ένιωθες μια ελαφριά ψύχρα από το ανοιχτό παράθυρο.
- Μετά τη βροχή, η ψύχρα έγινε πιο έντονη.
- Ανάμεσα στους δύο συναδέλφους υπήρχε μια ψύχρα μετά τον καβγά.