χριστός

ουσιαστικό

1. Άτομο που έχει χριστεί με ιερό έλαιο ως σύμβολο θρησκευτικής αφιέρωσης ή χειροθεσίας.

2. Τίτλος που στη χριστιανική παράδοση αποδίδεται στον Ιησού και δηλώνει το πρόσωπο που θεωρείται χρισμένο από τον Θεό, με ρόλο σωτήρα ή εκλεκτού.

Συνώνυμα

Μεσσίας Σωτήρας Σωτήρ Λυτρωτής Κύριος Ιησούς Ελευθερωτής Απελευθερωτής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Χριστός είναι η κεντρική μορφή της χριστιανικής πίστης.
  • Οι πιστοί προσεύχονται στον Χριστό για παρηγοριά.
  • Στην εκκλησία γιορτάζουν τη γέννηση του Χριστού.
  • «Χριστέ μου, βοήθησέ με!» είπε με τρόμο.
  • Με την πράξη του τον αποκάλεσαν χριστό του χωριού.