χλόη
ουσιαστικό1. Χαμηλή, πυκνή πράσινη βλάστηση αποτελούμενη κυρίως από χόρτα και μικρά φυτά που καλύπτει το έδαφος.
2. Το πράσινο χρώμα ή η φρεσκάδα της βλάστησης, όπως εμφανίζεται σε λιβάδια και τοπία την άνοιξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χλόη του κήπου μοσχοβολούσε μετά τη βροχή.
- Καθίσαμε πάνω στην χλόη και κοιτάξαμε τα σύννεφα.
- Η άνοιξη έφερε νέα χλόη στα χωράφια.
- Στην ποίηση, η χλόη συμβολίζει τη φρεσκάδα και τη νεότητα.
- Η Χλόη πήγε στο πάρκο να διαβάσει κάτω από ένα δέντρο.