χαντάκι
ουσιαστικόΜακρόστενη και στενή βαθιά εκσκαφή στο έδαφος, που ανοίγεται συνήθως για αποστράγγιση, απορροή νερών ή για τεχνικές εργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο έπεσε στο χαντάκι δίπλα στον δρόμο.
- Ο εργάτης καθάρισε το χαντάκι για να φύγουν τα νερά της βροχής.
- Περπατούσαν προσεκτικά κατά μήκος του χαντακιού.
- Τα νερά είχαν πλημμυρίσει τα χαντάκια γύρω από το χωράφι.
- Έσκαψαν ένα χαντάκι για να περάσει το καλώδιο.