χαλίκι

ουσιαστικό

1. Μικρή, συνήθως στρογγυλεμένη πέτρα, προϊόν φυσικής αποσάθρωσης και διάβρωσης, που απαντάται σε ποτάμια, παραλίες και σχηματισμούς εδάφους.

Συνώνυμα

βότσαλο κροκάλι αμμόχαλικο χαλικάκι πέτρα πετράδι λίθος πέτρωμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χαλίκι στην ακτή γυάλιζε κάτω από τον ήλιο.
  • Το συνεργείο χρησιμοποίησε χαλίκι για το σκυρόδεμα.
  • Έβγαλε ένα μικρό χαλίκι από τη σόλα του παπουτσιού.
  • Τα χαλίκια θρόιζαν κάτω από τα βήματά μας στο μονοπάτι.
  • Μετά τη βροχή, ο δρόμος γέμισε χαλίκι και έγινε δύσκολος για ποδήλατο.