φτωχά

επίθετο

1. Με λίγα χρήματα, πόρους ή μέσα, σε κατάσταση οικονομικής έλλειψης ή στενότητας.

2. Σε χαμηλό επίπεδο ποιότητας, πληρότητας ή αποτελεσματικότητας.

Συνώνυμα

άσχημα πενιχρά χειρότερα κακά ανεπαρκώς περιορισμένα λίγο αραιά καχεκτικά ταπεινά ελλιπώς

Αντώνυμα

πλούσια πλούσιο έξοχα εντυπωσιακά αφθονία καταπληκτικά ευπρόσωπα γενναιόδωρα θαυμαστά άριστα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικογένεια ζούσε φτωχά και προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα.
  • Το χωριό αναπτύχθηκε φτωχά, χωρίς πολλές επενδύσεις.
  • Πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια φτωχά, αλλά με αξιοπρέπεια.
  • Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε φτωχά και δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
  • Μίλησε φτωχά για την εμπειρία του, χωρίς πολλές λεπτομέρειες.