φουσκωτό
άλλο1. Πλεούμενο με φουσκωτά διαμερίσματα από αδιάβροχο ή ελαστικό υλικό, σχεδιασμένο να επιπλέει και να χρησιμοποιείται για μεταφορές, ψάρεμα ή αναψυχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε με το φουσκωτό στη θάλασσα.
- Το φουσκωτό στρώμα ήταν άνετο για τον ύπνο στην παραλία.
- Μετά το τσίμπημα, το φουσκωτό μάτι του πονούσε.
- Το φουσκωτό μπαλόνι ανέβηκε ψηλά και χάθηκε.
- Το φουσκωτό μανίκι της μπλούζας ήταν στη μόδα.