φονιάς
ουσιαστικό1. Άτομο που σκοτώνει άλλο άτομο, συνήθως ως δράστης ανθρωποκτονίας.
2. (Μεταφορικά) Οτιδήποτε ή κάποιος που προκαλεί θανάτους, σοβαρή βλάβη ή ευρεία καταστροφή.
Συνώνυμα
δολοφόνος ανθρωποκτόνος σκοτωτής φονεύς ανδροφόνος δήμιος εκτελεστής σφαγέας καταστροφέας χασάπης μανιακός εγκληματίας κακοποιός γυναικοκτόνος πατροκτόνος μητροκτόνος παιδοκτόνος αδελφοκτόνος τρομοκράτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φονιάς καταδικάστηκε σε ισόβια.
- Οι κάτοικοι φώναζαν «φονιάς!» όταν τον αντίκρισαν.
- Η ζέστη του καλοκαιριού σήμερα είναι φονιάς για τους ηλικιωμένους.
- Ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν φονιάς.
- Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο φονιάς που είχε διαφύγει συνελήφθη.