φλερτάρω
ρήμαΕκδηλώνω ερωτικό ή παιχνιδιάρικο ενδιαφέρον προς κάποιον, συνήθως με λόγια, βλέμματα ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
κορτάρω πολιορκώ γλυκοκοιτάζω γλυκομιλάω τσαλιμώνω πασαλιμάνω καμακώνω προσεγγίζω γλείφω χτυπώ κυνηγάω κυνηγώ ερωτεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πάρτι φλερτάρω με μια κοπέλα που γνώρισα χθες.
- Δεν ξέρω αν απλώς μιλάει ευγενικά ή αν πραγματικά φλερτάρω μαζί μου.
- Ο Γιάννης φλερτάρω συνεχώς, αλλά δεν κάνει ποτέ το επόμενο βήμα.
- Στο μήνυμά του κατάλαβα ότι προσπαθεί να φλερτάρω διακριτικά.
- Η εταιρεία φλερτάρω με την ιδέα να επεκταθεί στο εξωτερικό.