φατσούλα
ουσιαστικό1. Μικρό ή χαριτωμένο πρόσωπο, είτε πραγματικό είτε φανταστικό, που περιγράφεται με στοργή, χιούμορ ή εξοικείωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τι γλυκιά φατσούλα έχει αυτό το μωρό!
- Η φατσούλα της κούκλας είναι ζωγραφισμένη με προσοχή.
- Στο μήνυμα έστειλε μια χαμογελαστή φατσούλα.
- Μη βγάζεις τέτοια φατσούλα όταν σε ρωτάω.
- Την κορόιδευαν, αλλά η φατσούλα της παρέμενε γελαστή.